ΥΓΕΙΑ

Πώς θα σας θυμάται ο κόσμος όταν αποχωρήσετε από τη ζωή;

Οι έρευνες δείχνουν ότι το να αναλογιζόμαστε την υστεροφημία που αφήνουμε πίσω μας μπορεί να μας βοηθήσει να βελτιώσουμε την ψυχική μας υγεία και να βρούμε βαθύτερο νόημα στη ζωή μας, ακόμα κι αν είμαστε ακόμα νέοι.

Όταν ο πατέρας της Μπεθ Χάντερ διαγνώστηκε με τη νόσο Αλτσχάιμερ, εκείνη τον ρώτησε αν θα μπορούσε να ηχογραφήσει μια συζήτησή τους, ώστε να μπορεί να την ακούει τα επόμενα χρόνια.

Εκείνος αρνήθηκε. Δεν ήταν ο τύπος του ανθρώπου που έκανε βαθιές, εκ βαθέων συζητήσεις για τις σχέσεις του, λέει η Χάντερ. Δεν ήθελε να αντιμετωπίσει τη διάγνωσή του ούτε να μιλήσει για τον θάνατο. Αντίθετα, έδωσε προτεραιότητα στη συγγραφή των πολεμικών του ιστοριών. Τις έγραψε μάλιστα με το χέρι, προτού προσλάβει κάποιον για να τις δακτυλογραφήσει. Αυτό ένιωθε ότι είχε τη μεγαλύτερη αξία να κληροδοτήσει μετά τον θάνατό του.

Αν και το να αφήσει κανείς μια πνευματική ή υλική κληρονομιά μπορεί να φαντάζει πιο επείγον για τους ανθρώπους μεγαλύτερης ηλικίας, καθώς νιώθουν την πίεση του περιορισμένου χρόνου, ορισμένοι ακαδημαϊκοί υποστηρίζουν ότι αυτή η εσωτερική ανάγκη μπορεί, και ίσως πρέπει, να ξεκινά νωρίτερα στη ζωή μας. Παράλληλα, ένας αυξανόμενος όγκος ερευνών δείχνει ότι αν κατανοήσουμε καλύτερα αυτή την έμφυτη ανθρώπινη επιθυμία να μεταδώσουμε κάτι στις επόμενες γενιές, ίσως ανακαλύψουμε νέους τρόπους για τη βελτίωση της ψυχικής υγείας.

«Η συντριπτική πλειονότητα των ανθρώπων δεν το σκέφτεται καν», λέει η Χάντερ, αναπληρώτρια καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο Bowling Green State του Οχάιο στις ΗΠΑ και ειδική στο ζήτημα της υστεροφημίας στο πλαίσιο της επιβίωσης από τον καρκίνο.

Ωστόσο, η κληρονομιά που αφήνουμε μπορεί να εκδηλωθεί με διάφορους τρόπους, ακόμα και ασυνείδητα. «Όλοι αφήνουν πίσω τους μια κληρονομιά, είτε το συνειδητοποιούν είτε όχι», συμπληρώνει η Χάντερ. Δεν πρόκειται μόνο για τη μεταβίβαση πλούτου ή ακινήτων, ούτε για διαχρονικά έργα τέχνης, όπως η μουσική ή η λογοτεχνία. Ορισμένοι ερευνητές χωρίζουν αυτή την κληρονομιά σε τρεις κύριες, αλληλεπικαλυπτόμενες κατηγορίες: τη βιολογική (που αφήνουμε μέσω του σώματός μας και των γονιδίων μας), την υλική (που αντιπροσωπεύεται από τον πλούτο και τα υπάρχοντά μας) και την κληρονομιά των αξιών μας (όπως η πίστη, η κουλτούρα και οι παραδόσεις).

Μια σωματική κληρονομιά

Για πολλούς, η πιο προφανής μορφή βιολογικής κληρονομιάς είναι η απόκτηση παιδιών. Ωστόσο, η γενετική καταγωγή (δηλαδή η προγονική γραμμή που συνδέεται μέσω του DNA) και η υστεροφημία (το διαρκές αποτύπωμά μας μετά θάνατον) μπορεί να είναι δύο εντελώς διαφορετικά πράγματα.

Το να αφήσει κανείς μια βιολογική κληρονομιά μπορεί επίσης να σημαίνει ότι προσφέρει το ίδιο το «κέλυφος» στο οποίο ζει: το σώμα του. Περίπου 170 εκατομμύρια Αμερικανοί είναι εγγεγραμμένοι δωρητές οργάνων, αν και μόνο τρεις στους 1.000 ανθρώπους πεθαίνουν υπό συνθήκες που επιτρέπουν μια επιτυχημένη δωρεά. Ορισμένοι επιθυμούν μάλιστα να δωρίσουν ολόκληρο το σώμα τους στην επιστήμη, πράγμα που σημαίνει ότι αυτό θα χρησιμοποιηθεί για την εκπαίδευση φοιτητών ιατρικής ή για την έρευνα, όπως η ανάπτυξη νέων κλινικών μεθόδων. Στις ΗΠΑ το 2021, καταγράφηκαν περισσότερες από 26.000 δωρεές σώματος.

Σε μια πρόσφατη μελέτη στην οποία συμμετείχαν περισσότεροι από 100 άνθρωποι που είχαν δηλώσει δωρητές σώματος στο Βέλγιο, η επιθυμία να συνεισφέρουν στην επιστήμη ήταν το κύριο κίνητρο, αγγίζοντας το 57%. Άλλα κίνητρα ήταν ο αλτρουισμός και η ευγνωμοσύνη για την ιατρική φροντίδα που έλαβαν κατά τη διάρκεια της ζωής τους, αλλά το ενδιαφέρον είναι ότι το 16% δήλωσε πως το κίνητρό του ήταν να δώσει ένα βαθύτερο νόημα στον θάνατό του.

Η σκέψη γύρω από την υστεροφημία μπορεί να βοηθήσει τους ανθρώπους να μεταβούν από μια κατάσταση «άγχους θανάτου» σε μια κατάσταση «στοχασμού πάνω στον θάνατο».

Αυτό ισχύει επίσης για άτομα με γενετικές ασθένειες ή χρόνια προβλήματα υγείας. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της ακτιβίστριας Σούζαν Πότερ, η οποία έπασχε από διάφορες ασθένειες (όπως καρκίνο, διαβήτη και αρθρίτιδα) και δώρισε το σώμα της στο πρόγραμμα Visible Human Project στο Κολοράντο των ΗΠΑ, προκειμένου να βοηθήσει τους νέους να γίνουν καλύτεροι γιατροί. Η περίπτωσή της είναι ιδιαίτερη, καθώς συμφώνησε να καταψυχθεί το σώμα της στους -9,4°C και στη συνέχεια να κοπεί σε 27.000 εξαιρετικά λεπτές ροδέλες. Κάθε κομμάτι φωτογραφήθηκε, ψηφιοποιήθηκε και συντέθηκε για να δημιουργηθεί ένα «ψηφιακό πτώμα», ένα τρισδιάστατο (3D) εργαλείο που επιτρέπει στους φοιτητές να κάνουν εικονική ανατομία.

Σε μια δική της μελέτη για γυναίκες που επιβίωσαν από τον καρκίνο, η Χάντερ διαπίστωσε ότι οι συμμετέχουσες ήλπιζαν πως η δική τους παρακαταθήκη θα ωθούσε τα μέλη της οικογένειάς τους να υιοθετήσουν θετικές συμπεριφορές υγείας και να κάνουν προληπτικές εξετάσεις. Το να «αφήσουν ένα σημάδι» ήταν πολύ σημαντικό για τις γυναίκες που ήρθαν αντιμέτωπες με την πιθανότητα του θανάτου μετά από μια διάγνωση καρκίνου. Η Χάντερ επισημαίνει ότι η σημασία της υστεροφημίας ίσως έχει ευρύτερο αντίκτυπο και στην κλινική έρευνα, καθώς μπορεί να εμπνεύσει περισσότερους ασθενείς να συμμετάσχουν σε ιατρικές δοκιμές.

Η σκέψη γύρω από το τι αφήνουμε πίσω μας μπορεί επίσης να προσφέρει παρηγοριά σε όσους βρίσκονται κοντά στο τέλος της ζωής τους. Για τους ανθρώπους που δέχονται ανακουφιστική φροντίδα σε οποιοδήποτε στάδιο της ζωής τους, ορισμένα νοσοκομεία και ξενώνες διευκολύνουν τις λεγόμενες «δραστηριότητες κληρονομιάς». Αυτές βοηθούν τους ασθενείς να κλείσουν τον κύκλο της ζωής τους με τον πιο ουσιαστικό τρόπο για τους ίδιους και τις οικογένειές τους. Μπορεί να πρόκειται για ένα ημερολόγιο ή ένα άλμπουμ με αναμνήσεις, ένα γράμμα σε ένα αγαπημένο πρόσωπο, ένα καλλιτεχνικό έργο ή μια «ηθική διαθήκη», ένα μη νομικό έγγραφο όπου οι άνθρωποι καταγράφουν τις σκέψεις, τις αξίες και τις συμβουλές που θέλουν να μεταδώσουν.

Οι έρευνες σε ενήλικες και παιδιά με ανίατες ασθένειες δείχνουν ότι αυτού του είδους οι δραστηριότητες μπορούν να μειώσουν την κατάθλιψη και το άγχος, ενώ βοηθούν σημαντικά και στη διαχείριση του πένθους κατά τους τελευταίους μήνες της ζωής.

Μια κληρονομιά αξιών

Η φιλανθρωπία, η κληροδότηση μιας περιουσίας ή η μεταβίβαση πολύτιμων αντικειμένων είναι τρόποι για να αφήσει κανείς μια υλική κληρονομιά. Οικογενειακά κειμήλια όπως φωτογραφίες, ημερολόγια ή άλλα υπάρχοντα μπορεί να φυλάσσονται με παρόμοια ευλάβεια ως ένας τρόπος για να περάσει η οικογενειακή ιστορία στις επόμενες γενιές. Ακόμη και η δωρεά ενός κτιρίου που φέρει το όνομα κάποιου αφήνει ένα ανεξίτηλο σημάδι στην κοινωνία.

Ωστόσο, οι έρευνες δείχνουν ότι αυτό που οι άνθρωποι επιθυμούν περισσότερο να κληροδοτήσουν είναι οι αξίες και τα πιστεύω τους, όπως η καλοσύνη και η σημασία του να βοηθάς τους άλλους.

Μια μελέτη που εξέτασε σε βάθος τις ιστορίες 38 γυναικών διαφορετικών ηλικιών και κατάστασης υγείας διαπίστωσε ότι οι συμμετέχουσες λαχταρούσαν να μεταδώσουν εμπειρίες και αξίες. Συνήθως, προσπαθούσαν να το πετύχουν αυτό δίνοντας το καλό παράδειγμα μέσα από τη συμπεριφορά τους, τη θρησκεία ή την πνευματικότητά τους, καθώς και με ξεκάθαρες πράξεις, όπως το να γράψουν ή να ηχογραφήσουν τις ιστορίες τους, την οικογενειακή τους ιστορία ή σημαντικούς σταθμούς της ζωής τους, ίσως με τη μορφή μιας αυτοβιογραφίας.

«Αυτό κάνει τους ανθρώπους να αναρωτιούνται: ποιο είναι το νόημα της ζωής αν στο τέλος πεθαίνουμε όλοι;», Κίμπερλι Γουέιντ-Μπεντζόνι

Το να αφήνει κανείς πίσω του μια κληρονομιά αξιών φαίνεται να έχει πολλά οφέλη. Όταν μια ομάδα Αμερικανών ερευνητών πήρε συνεντεύξεις από μια ομάδα ενηλίκων ηλικίας 65 ετών και άνω που είχαν συντάξει ένα «έγγραφο αξιών», διαπίστωσε ότι οι συμμετέχουσες και οι συμμετέχοντες κατάφεραν να βρουν γαλήνη, να συμφιλιωθούν με το παρελθόν και να επικοινωνήσουν όσα είχαν τη μεγαλύτερη σημασία για αυτούς, γεγονός που τους έδωσε κίνητρο να συνεχίσουν να ζουν με όρεξη.

Αρκετοί από τους συμμετέχοντες περιέγραψαν αυτό το έγγραφο αξιών ως ένα «χειροπιαστό δώρο», ενώ ένας από αυτούς δήλωσε ότι η διαδικασία αυτή «σου θυμίζει τι έχεις ξεπεράσει, ποια εμπόδια αντιμετώπισες, πώς τα αντιμετώπισες και ποιες φιλοσοφίες ζωής σε βοήθησαν να τα βγάλεις πέρα».

Το να σκέφτεστε την κληρονομιά σας κάνει καλό

Αν και οι άνθρωποι πιθανότατα συλλογίζονται την υστεροφημία τους εδώ και χιλιάδες χρόνια, οι επιστήμονες μελετούν την έννοια αυτή μόλις τα τελευταία 75 χρόνια. Το 1950, ο Γερμανός ψυχαναλυτής Έρικ Έρικσον επινόησε τον όρο «παραγωγικότητα» (generativity), περιγράφοντάς τον ως τον βαθμό στον οποίο ένας άνθρωπος ενδιαφέρεται για την ευημερία των άλλων. Συμπεριέλαβε την παραγωγικότητα ως το έβδομο από τα οκτώ στάδια της ψυχοκοινωνικής ανάπτυξης του ανθρώπου, επισημαίνοντας ότι αποτελεί βασικό ζητούμενο για τα άτομα που διανύουν τη μέση ηλικία.

Ο Έρικσον υπέθεσε ότι αν ένας άνθρωπος αποτύχει να φτάσει σε αυτό το στάδιο της παραγωγικότητας, αυτό μπορεί να επηρεάσει αρνητικά την πορεία της μετέπειτα ζωής του και ίσως ακόμη και να επιβαρύνει την υγεία του. Από τότε, άλλοι επιστήμονες επέκτειναν αυτή τη θεωρία και προσέφεραν αποδείξεις που την υποστηρίζουν, αν και ορισμένοι άφησαν να εννοηθεί ότι η επίτευξη της παραγωγικότητας δεν είναι μια πρόκληση που αφορά μόνο τους μεσήλικες, αλλά θα πρέπει να θεωρείται μια διά βίου διαδικασία.

Φυσικά, υπάρχει και ένα άλλο κίνητρο που ωθεί τους ανθρώπους να θέλουν να αφήσουν κάτι πίσω τους: ο φόβος του θανάτου.

«Αυτό κάνει τους ανθρώπους να αναρωτιούνται: ποιο είναι το νόημα της ζωής αν στο τέλος πεθαίνουμε όλοι;» λέει η Κίμπερλι Γουέιντ-Μπεντζόνι, καθηγήτρια διοίκησης και οργανισμών στο Fuqua School of Business του Πανεπιστημίου Duke στη Βόρεια Καρολίνα. «Ο θάνατος βρίσκεται πραγματικά στην καρδιά της ψυχολογίας πίσω από το κίνητρο της υστεροφημίας. Όταν μας υπενθυμίζουν τον θάνατο, θυμόμαστε ότι δεν θέλουμε να πεθάνουμε, αλλά θέλουμε να ζήσουμε».

Η ίδια υποστηρίζει ότι η σκέψη γύρω από την κληρονομιά που θα αφήσουμε μπορεί να βοηθήσει τους ανθρώπους να μεταβούν από μια κατάσταση «άγχους για το θάνατο» σε μια κατάσταση «στοχασμού πάνω στον θάνατο».

Άλλοι μελετητές σημειώνουν ότι μαζί με αυτόν τον φόβο έρχεται και η επιθυμία να νιώθουμε ότι η ζωή μας είναι μια ιστορία με νόημα.

Το πιο σημαντικό είναι ότι αυτή η γοητεία που μας ασκεί η ιδέα της υστεροφημίας μάς δείχνει ότι οι άνθρωποι είμαστε «προγραμματισμένοι» να νοιαζόμαστε βαθιά για τη γνώμη των άλλων, λέει ο Μπέρινγκ. «Ακόμα και στον θάνατο, δεν μπορούμε να ξεφύγουμε από αυτή την έγνοια».

Είναι πλέον καλά τεκμηριωμένο ότι οι άνθρωποι χρειαζόμαστε τη σύνδεση με τους άλλους καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής μας. Αυτό βελτιώνει την υγεία μας και αποτελεί καθοριστική πηγή ευτυχίας. Επομένως, η ανάγκη για μια υστεροφημία ίσως είναι μια «τεχνητή προέκταση» της βαθύτερης ανθρώπινης ανάγκης μας να μας αγαπούν και να ανήκουμε κάπου.

Πώς να αφήσετε τη δική σας κληρονομιά

Παρά τον αυξανόμενο όγκο ερευνών, το γιατί θέλουμε να μας θυμούνται με θετικό τρόπο μετά τον θάνατό μας παραμένει σε έναν βαθμό μυστήριο. «Στο κάτω-κάτω… αν δεχτούμε ότι απαιτείται ένας εγκέφαλος σε λειτουργία για να υπάρχει συνείδηση, μετά θάνατον θα είμαστε ψυχολογικά ανίκανοι να γνωρίζουμε ή να απολαύσουμε τη φήμη μας», λέει ο Μπέρινγκ.

Ο ίδιος υποστηρίζει ότι αν έχουμε εμμονή σε όλη μας τη ζωή με το πώς θα μας βλέπουν οι άλλοι μετά τον θάνατό μας, αυτό μπορεί « να μας στερήσει την εκτίμηση και την απόλαυση του πιο ζωντανού “εδώ και τώρα”». «Πιστεύω επίσης ότι μπορεί να μας κάνει να αμφιβάλλουμε για σημαντικές αποφάσεις, αν διστάζουμε να πάρουμε μια συγκεκριμένη ηθική στάση από τον υπόρρητο φόβο του “πώς θα με θυμούνται”», συμπληρώνει.

Είναι αλήθεια ότι δεν μπορείς να ελέγξεις την κληρονομιά σου, λέει η Γουέιντ-Μπεντζόνι. «Εκείνοι που την κληρονομούν είναι αυτοί που θα την ελέγξουν και θα την ερμηνεύσουν». Αυτό όμως δεν αναιρεί τα ευεργετικά αποτελέσματα που μπορεί να έχει η σκέψη γύρω από αυτήν κατά τη διάρκεια της ζωής ενός ανθρώπου, τόσο για τον ίδιο όσο και για τον περίγυρό του.

Μάλιστα, η Γουέιντ-Μπεντζόνι και οι συνεργάτες της προτείνουν να σκεφτόμαστε την κληρονομιά που θέλουμε να αφήσουμε πίσω μας όσο το δυνατόν νωρίτερα, ακόμη και να καταγράφουμε τις «φιλοδοξίες της υστεροφημίας μας» κατά τη διάρκεια της ζωής μας. «Διαπιστώνουμε συστηματικά ότι οι άνθρωποι είναι πιο πιθανό να συμπεριφερθούν με τρόπους που ωφελούν τις μελλοντικές γενιές» όταν αναλογίζονται τι θα αφήσουν πίσω τους, αναφέρει η ίδια.

Η σκέψη γύρω από το χτίσιμο μιας κληρονομιάς καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής επιτρέπει στους ανθρώπους να παίρνουν αποφάσεις που ευθυγραμμίζονται με το νόημα που θέλουν να αφήσουν πίσω τους. Αυτό, με τη σειρά του, ενθαρρύνει τους ανθρώπους να αναπτύξουν κοινωνική δράση, όπως ο περιβαλλοντικός ακτιβισμός ή η δωρεά χρημάτων σε φιλανθρωπικούς σκοπούς και στην ιατρική έρευνα. Οι επιχειρηματίες, από την άλλη, ίσως σκεφτούν να δημιουργήσουν επιχειρήσεις που προσφέρουν θετικά στην κοινωνία, βλέποντας πέρα από το καθαρό κέρδος.

Το όφελος, όπως υποστηρίζουν αυτοί οι ερευνητές, είναι διπλό: προσφέρει στους ανθρώπους ένα αίσθημα κινήτρου και νοήματος όσο είναι ζωντανοί, και μια «συμβολική αθανασία» όταν πεθαίνουν, επεκτείνοντας την ύπαρξή μας στο μέλλον, ακόμη κι αν δεν είμαστε πλέον σωματικά εκεί.

Πηγή: BBC